Σκέψεις

Όταν ένα χάδι καίει

Με αφορμή την ταινία Lars and the Real Girl

Το κείμενο περιέχει στοιχεία της πλοκής.

Φως που περνά μέσα από μια μισάνοιχτη πόρτα

Το χάδι είναι ίσως μία από τις πρώτες μορφές επικοινωνίας που γνωρίζουμε. Πριν ακόμη υπάρξουν οι λέξεις, υπάρχει το άγγιγμα: η αγκαλιά, το κράτημα, η αίσθηση ενός άλλου σώματος που βρίσκεται εκεί. Μέσα από αυτό αρχίζουμε να γνωρίζουμε κάτι για την ασφάλεια, την εγγύτητα και τη φροντίδα.

Στο Lars and the Real Girl, το άγγιγμα μοιάζει να απασχολεί τον Lars πολύ περισσότερο απ’ όσο αρχικά φαίνεται. Το παρατηρεί στους άλλους, βλέπει την οικειότητα ανάμεσα στον αδελφό του και την Karin, τη γυναίκα του, ενώ ο ίδιος κρατά το σώμα του προστατευμένο μέσα στα πολλά στρώματα των ρούχων του.

Η δυσκολία αυτή δεν εμφανίζεται σαν ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό του Lars. Η μητέρα του πέθανε όταν τον γέννησε, ο πατέρας του βυθίστηκε στο πένθος και απομακρύνθηκε συναισθηματικά, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του έφυγε νωρίς από το σπίτι. Η ταινία δεν μας επιτρέπει να πούμε ότι αυτές οι απώλειες εξηγούν με έναν απλό τρόπο τη δυσκολία του με το άγγιγμα. Μας αφήνει, όμως, να σκεφτούμε ότι το σώμα μπορεί να κουβαλά την εμπειρία των πρώτων σχέσεων: η εγγύτητα δεν συνδέεται πάντοτε μόνο με ζεστασιά και φροντίδα, αλλά μπορεί να ξυπνά τον φόβο της απώλειας, της εγκατάλειψης ή της εισβολής.

Σε μια συνάντηση με τη Dagmar, την οικογενειακή γιατρό, ο Lars μιλά για την Karin. Εκείνη θέλει συχνά να τον αγκαλιάζει κι αυτός δεν μπορεί να το αντέξει. Όταν η Dagmar τον ρωτά πώς αισθάνεται το άγγιγμα, το περιγράφει σαν κάψιμο. Η εγγύτητα, που για κάποιον άλλον μπορεί να σημαίνει ζεστασιά ή φροντίδα, για εκείνον βιώνεται περισσότερο σαν απειλή.

Κι όμως, το άγγιγμα δεν μοιάζει να είναι κάτι που απλώς θέλει να αποφύγει. Όταν η Dagmar τού λέει ότι μπορούν να δουλέψουν πάνω σε αυτό, δέχεται. Η αλλαγή δεν γίνεται απότομα. Εκείνη αρχίζει να τον αγγίζει σταδιακά: πρώτα ελάχιστα, ύστερα στο χέρι, μέχρι που μπορούν να κρατηθούν από το χέρι. Η ασφάλεια δεν βρίσκεται στην απουσία της δυσκολίας, αλλά στην εμπειρία ενός άλλου ανθρώπου που μπορεί να πλησιάσει χωρίς να παραβιάσει τα όριά του.

Όταν ο Lars εμφανίζεται με την Bianca, μια κούκλα σε φυσικό μέγεθος την οποία παρουσιάζει ως σύντροφό του, οι άνθρωποι γύρω του δεν προσπαθούν να τον πείσουν ότι η σχέση αυτή δεν είναι πραγματική. Με την καθοδήγηση της Dagmar, μπαίνουν στον κόσμο του: μιλούν στην Bianca, την προσκαλούν και της δίνουν μια θέση στην κοινότητά τους. Μαζί με την Bianca, δημιουργούν μια θέση και για τον ίδιο.

Οι πρώτες μας σχέσεις δεν μένουν απλώς στο παρελθόν. Γίνονται εσωτερικές εμπειρίες και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο περιμένουμε να μας πλησιάσει ο άλλος: αν θα είναι διαθέσιμος, αν θα παραμείνει κοντά μας ή αν η παρουσία του θα γίνει υπερβολικά απαιτητική. Η Bianca προσφέρει στον Lars μια σχέση την οποία μπορεί να ελέγχει. Μπορεί να βρίσκεται δίπλα του χωρίς να απαιτεί τίποτα και χωρίς τον κίνδυνο να τον πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο μπορεί να αντέξει. Λειτουργεί έτσι σαν ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στην απομόνωση και σε μια πραγματική, αμοιβαία σχέση.

Όσο, όμως, η Bianca αποκτά μια θέση στη ζωή της κοινότητας, αποκτά και μια ζωή που δεν ελέγχεται πλέον αποκλειστικά από τον Lars. Έχει υποχρεώσεις, φίλους και δραστηριότητες. Δεν είναι πάντοτε διαθέσιμη όταν εκείνος τη θέλει κοντά του. Παράλληλα, ο Lars αρχίζει να βρίσκεται περισσότερο με τη Margo, μια γυναίκα που ενδιαφέρεται πραγματικά για εκείνον. Μπορεί να περάσει χρόνο μαζί της, να παίξει, να γελάσει και να την πλησιάσει.

Η μετακίνηση του Lars δεν συντελείται μόνο μέσα στη σχέση του με την Bianca ή με τη Dagmar. Σε αυτήν συμμετέχει ολόκληρη η κοινότητα. Από ομαδικοαναλυτική σκοπιά, η κοινότητα λειτουργεί ως ένα δίκτυο σχέσεων που μπορεί να χωρέσει αυτό που ο ίδιος δεν μπορεί ακόμη να αντέξει μόνος του. Οι άνθρωποι γύρω του δεν τον διορθώνουν ούτε του ζητούν να εγκαταλείψει αμέσως τον τρόπο με τον οποίο προστατεύεται. Δέχονται την Bianca και, μέσα από εκείνη, διατηρούν ανοιχτή τη σχέση μαζί του. Δεν χρειάζεται πρώτα να αλλάξει για να μπορέσει να ανήκει· μπορεί να αρχίσει να αλλάζει επειδή ανήκει.

Η Bianca θα αρρωστήσει και θα πεθάνει. Αυτή τη φορά, όμως, ο Lars θα περάσει μέσα από μια απώλεια έχοντας γύρω του ανθρώπους. Η κοινότητα συμμετέχει στο πένθος του και τον συνοδεύει σε αυτό. Η απώλεια δεν τον αφήνει αποκομμένο, όπως συνέβη με τις απώλειες που είχαν σημαδέψει τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Στην τελευταία σκηνή, μετά την κηδεία της Bianca, η Margo προτείνει να επιστρέψουν στους υπόλοιπους. Ο Lars, αντί γι’ αυτό, της ζητά να πάνε μια βόλτα οι δυο τους. Μπορεί πια να πλησιάσει έναν άλλον άνθρωπο, ο οποίος έχει τις δικές του επιθυμίες και μπορεί να τον πλησιάσει με τη σειρά του.

Σκέφτομαι πως το χάδι στο σώμα και το «χάδι στην ψυχή» ίσως δεν είναι τελικά τόσο διαφορετικά. Στην ιστορία του Lars, χάδι γίνεται και ο τρόπος με τον οποίο οι άλλοι τον πλησιάζουν: χωρίς να τον πιέζουν ή να τον διορθώνουν, αφήνοντάς του τον χρόνο που χρειάζεται.

Η ιστορία ενός ανθρώπου ανοίγει έτσι σε κάτι που μας αφορά όλους: τι θα μπορούσε να αλλάξει μέσα μας και ανάμεσά μας, αν είχαμε όλοι γνωρίσει ένα χάδι που δεν πληγώνει και μπορούσαμε, με τη σειρά μας, να το προσφέρουμε;

Σε αυτό το ερώτημα μοιάζει να απαντά το τραγούδι «Κανένας δε χαϊδεύει σαν εσένα», που ερμηνεύει η Ελένη Δήμου, σε στίχους της Μαριανίνας Κριεζή και μουσική του Μιχάλη Καπούλα.

«Αν χάιδευαν κι οι άλλοι σαν κι εσένα, θα ήτανε μουσεία οι φυλακές.»