Σκέψεις
Οι άλλοι μέσα μας
Με αφορμή τη σειρά The Queen’s Gambit
Το κείμενο περιέχει στοιχεία της πλοκής.

Στο The Queen’s Gambit, η Beth έχει μάθει από πολύ νωρίς να στηρίζεται κυρίως στον εαυτό της. Οι σημαντικές σχέσεις στη ζωή της χάνονται, διακόπτονται ή μένουν σε απόσταση. Κι όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, η δική της κίνηση είναι γνώριμη: απομονώνεται.
Για μεγάλο διάστημα, είναι κυρίως οι άλλοι που προσπαθούν να την πλησιάσουν. Άνθρωποι από διαφορετικές περιόδους της ζωής της —ο Beltik, ο Benny, ο Townes— προσπαθούν να βρεθούν κοντά της. Η Beth μπορεί να τους αφήσει για λίγο και ύστερα να απομακρυνθεί ξανά.
Ο Benny, κι ο ίδιος πιο άνετος στο σκάκι απ’ ό,τι στην έκφραση των συναισθημάτων του, είναι ένας από τους ανθρώπους που προσπαθούν να της δείξουν έναν διαφορετικό τρόπο. Την προπονεί και της μιλά για τους Σοβιετικούς σκακιστές, τους καλύτερους στον κόσμο, που, όπως της λέει, νικούν γιατί δεν λειτουργούν μόνοι. Μελετούν μαζί, συνεργάζονται και βοηθούν ο ένας τον άλλον. Απέναντι σε αυτή την ομαδικότητα, ο Benny τοποθετεί τον αμερικανικό ατομικισμό.
Η διάκριση ανάμεσα στο «μόνος» και στο «μαζί» δεν είναι πάντα τόσο καθαρή όσο φαίνεται. Μπορεί κανείς να βρίσκεται μόνος και να έχει μέσα του τους άλλους, όπως μπορεί να βρίσκεται μαζί με άλλους και να νιώθει αποκομμένος.
Η ομαδικοαναλυτική σκέψη δεν βλέπει τον άνθρωπο ως μια κλειστή, αυτάρκη μονάδα, αλλά ως μέρος ενός δικτύου σχέσεων που τον έχει διαμορφώσει και συνεχίζει να τον διαμορφώνει. Η ομάδα δεν λειτουργεί απλώς ως άθροισμα ατόμων. Γίνεται ένας χώρος όπου οι διαφορετικές φωνές, οι εμπειρίες και οι τρόποι θέασης μπορούν να συναντηθούν, να αλληλοσυμπληρωθούν και να δημιουργήσουν νέες δυνατότητες σκέψης.
Η επιστροφή της Jolene συμπίπτει με μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές της ιστορίας. Μετά τον θάνατο και την κηδεία του Mr. Shaibel, η Beth επιστρέφει στο ορφανοτροφείο και κατεβαίνει στο υπόγειο όπου εκείνος της είχε μάθει σκάκι. Εκεί ανακαλύπτει ότι όλα αυτά τα χρόνια ο Shaibel παρακολουθούσε την πορεία της: είχε κρατήσει αποκόμματα από τις επιτυχίες της, το γράμμα της, τη φωτογραφία τους.
Μπροστά σε αυτό το γεγονός, η Beth καταρρέει και κλαίει στην αγκαλιά της Jolene. Δεν χρειάζεται ίσως να ξέρουμε ακριβώς για ποια από όλες τις απώλειές της κλαίει. Για πρώτη φορά τη βλέπουμε να μπορεί να θρηνήσει και να αφεθεί στην αγκαλιά κάποιου άλλου. Κάτι μοιάζει να μετακινείται από τον θυμό και τον έλεγχο προς τη θλίψη — και αυτή τη φορά δεν είναι μόνη μέσα σε αυτήν.
Δέχεται τη βοήθεια της Jolene για να πάει στη Μόσχα.
Λίγο πριν από την καθοριστική παρτίδα με τον Borgov, αυτό που κάποτε της περιέγραφε ο Benny γίνεται βίωμα. Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου βρίσκονται μαζί οι σκακιστές με τους οποίους έχει παίξει στην Αμερική. Έχουν μελετήσει την παρτίδα, έχουν συνεργαστεί πάνω στις πιθανές συνέχειες και της δίνουν όσα έχουν σκεφτεί.
Ο Foulkes —ο ιδρυτής της Ομαδικής Ανάλυσης— χρησιμοποιεί τον όρο matrix για να περιγράψει το δίκτυο των σχέσεων και της επικοινωνίας μέσα στο οποίο διαμορφωνόμαστε. Οι σχέσεις μας δεν βρίσκονται μόνο γύρω μας· γίνονται μέρος αυτού που είμαστε. Η ομάδα δεν αφαιρεί την προσωπική ευθύνη ούτε δίνει έτοιμη την επόμενη κίνηση. Μπορεί, όμως, να διευρύνει όσα είναι δυνατόν να σκεφτούμε. Και όσα γεννιούνται μέσα στη συνάντηση με τους άλλους μπορούν να συνεχίσουν να μας συνοδεύουν, ακόμη και όταν βρισκόμαστε μόνοι.
Η παρτίδα παραμένει δική της: απέναντι στον αντίπαλό της βρίσκεται η Μπεθ, έχοντας όμως τώρα μαζί της και τους ανθρώπους της.
Κι ύστερα η παρτίδα ξεφεύγει από όσα είχαν προβλέψει μαζί. Κανείς δεν μπορεί πλέον να της δώσει την επόμενη κίνηση. Και τότε συμβαίνει το αναπάντεχο: μπορεί, για πρώτη φορά, να οραματιστεί τη σκακιέρα χωρίς τη βοήθεια των ηρεμιστικών χαπιών που χρησιμοποιούσε μέχρι πρόσφατα. Φαίνεται, λοιπόν, ότι δεν νιώθει πια αποκομμένη. Μπορεί να στηριχθεί στον εαυτό της, έχοντας μέσα της όσα της έχουν δώσει οι άλλοι.
Το έργο κλείνει με μια πολύ συγκινητική σκηνή. Αφού νικήσει τον Borgov, η Beth φεύγει από τον χώρο όπου την περιμένουν η επίσημη αναγνώριση και η δημοσιότητα. Στον δρόμο προς το αεροδρόμιο, ζητά να κατέβει από το αυτοκίνητο και περπατά μέχρι ένα πάρκο όπου ξέρει ότι παίζουν σκάκι. Οι ηλικιωμένοι που βρίσκονται εκεί την αναγνωρίζουν. Ένας από αυτούς τη ρωτά αν θέλει να παίξουν μια παρτίδα κι εκείνη κάθεται απέναντί του με χαρά.
Το σκάκι δεν είναι πια μόνο ένας τρόπος να αποσυνδέεται από τον κόσμο, να επιβιώνει ή να αποδεικνύει ότι μπορεί να νικήσει. Μπορεί να είναι και τρόπος σύνδεσης με έναν άλλον άνθρωπο.
Για πολύ καιρό, το σκάκι υπήρξε για εκείνη επιβίωση, έλεγχος και ανταγωνισμός. Τώρα πια γίνεται τόπος συνάντησης: παιχνίδι, σχέση και αγάπη.